Αθήνα & Αστυνομική Λογοτεχνία

Αθήνα & Αστυνομική Λογοτεχνία

Κάθε πόλη αποτελεί και μία μυθοπλασία. Συγκροτεί, δηλαδή, μια αδιάκοπη αφήγηση που ανανεώνεται και μετασχηματίζεται όσο προστίθενται νέες στρώσεις στο παλίμψηστο του αστικού τοπίου και χώρου. Στο αφιέρωμα αυτό, η ΗΠΖ καταγράφει τις διαρκείς μεταμορφώσεις της Αθήνας και των κρυμμένων υποστρωμάτων της κατά την μεταπολεμική περίοδο, όπως αποτυπώθηκαν από τον αποκαλυπτικό και αδηφάγο φακό του πλέον «αστικού» είδους της λογοτεχνίας: του αστυνομικού μυθιστορήματος.

Αφιέρωμα: Γιάννης Ράγκος

Ο γράφων ευχαριστεί τον Φίλιππο Φιλίππου
για την συμβολή του στην υλοποίηση
του αφιερώματος.

Η λογοτεχνία του άστεως

Το αστυνομικό μυθιστόρημα αποτελεί αδιαμφισβήτητα την κατ’ εξοχήν λογοτεχνία του αστικού (αστεακού) χώρου. Πίσω από την ιστορία, τους χαρακτήρες και την πλοκή πάλλεται η «εποποιία του άστεως».

Το φαινόμενο έχει ιστορική και «ιδεολογική» εξήγηση. Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι το πρώτο αστυνομικό αφήγημα στη ιστορία της λογοτεχνίας είναι η νουβέλα του Έντγκαρ Άλλαν Πόου Οι φόνοι της οδού Μοργκ, που δημοσιεύτηκε το 1841. Είναι η εποχή που, εξαιτίας της βιομηχανικής επανάστασης και των τεχνολογικών εξελίξεων, οι πόλεις μεγεθύνονται πληθυσμιακά και βαθμηδόν διαμορφώνουν μητροπολιτικά χαρακτηριστικά, περνώντας στη φάση της νεωτερικότητας.

Συνακόλουθα, δημιουργείται η ανάγκη για αποτελεσματικότερη αστυνόμευσή τους και επομένως για την ανάπτυξη ειδικών σωμάτων για τον σκοπό αυτόν. Έτσι, στις αρχές του 19ου αιώνα δημιουργείται στη Γαλλία η πρώτη αστυνομία στον κόσμο (όπως τη γνωρίζουμε σήμερα), ενώ το 1812 συγκροτείται η Sûreté Nationale, ένα είδος Ασφάλειας, και η πρώτη μονάδα ντετέκτιβ. Επικεφαλής της Sûreté έως το 1827 ήταν ο Ευγένιος Φρανσουά Βιντόκ (πρώην εγκληματίας και δραπέτης φυλακών!), ο οποίος μετά την αποστράτευση δημοσίευσε τα απομνημονεύματά του που έτυχαν ευρείας απήχησης από το αναγνωστικό κοινό και κατέστησαν τον ίδιο διάσημο. Η μετάφραση των Απομνημονευμάτων του Βιντόκ στην αγγλική γλώσσα έγινε το 1829, όταν είχε μόλις συγκροτηθεί το πρώτο αστυνομικό σώμα στη Μεγάλη Βρετανία. Το 1842, η Μητροπολιτική Αστυνομία (Scotland Yard) ενέταξε στις τάξεις της κι ένα τμήμα ντετέκτιβ με πολιτικά (Detective Police Department).

Το είδος που αργότερα αποκλήθηκε αστυνομική λογοτεχνία (crime fiction ή roman policier), ξεπήδησε από το λογοτεχνικό ρεύμα του ρομαντισμού, που έδινε προτεραιότητα σε θέματα φαντασίας ή μεταφυσικής, όμως συνδέθηκε και με τις βασικές αρχές του ορθολογισμού, ο οποίος πρότεινε την προσέγγιση της γνώσης και της «αλήθειας» μέσω λογικών και επιστημονικά τεκμηριωμένων συλλογισμών, στον αντίποδα της έως τότε επικρατούσας «θεολογικής» αντίληψης για τα «μυστήρια» του κόσμου και του ανθρώπινου είδους. Αυτά, ακριβώς, τα στοιχεία ενσωματώθηκαν πλήρως στο αστυνομικό αφήγημα, με τη δημιουργία του ντετέκτιβ-ερευνητή, που διαθέτει τη διανοητική ικανότητα να αξιοποιεί τις «κατακτήσεις του ανθρώπινου πνεύματος» ώστε να φτάσει στη διαλεύκανση.

Εντούτοις, σταδιακά η αστυνομική λογοτεχνία -ιδίως από τον μεσοπόλεμο και εμφατικότερα από τις δεκαετίες ’60-’70 και εντεύθεν- απομακρύνθηκε από το απλουστευτικό πλαίσιο της «σπαζοκεφαλιάς» (μυθιστόρημα-παιχνίδι) και έφτασε, στις ευτυχέστερες εκδοχές της, έως τις παρυφές του κοινωνιολογικού και πολιτικού δοκιμίου, υποκαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό το κοινωνικό-ρεαλιστικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Αυτό συνέβη όταν ο λογοτεχνικός μοντερνισμός βυθίστηκε στην ομφαλοσκόπηση, εγκαταλείποντας τον «δημόσιο» χώρο, τον οποίο κατέλαβε σχεδόν εξ εφόδου η αστυνομική λογοτεχνία που στράφηκε σταθερά στη διερεύνηση των ανεξερεύνητων στρωμάτων της «πάσχουσας» κοινωνίας (κοινωνική λογοτεχνία) εντός της οποίας δρουν τα «πάσχοντα» πρόσωπα (υπαρξιακή λογοτεχνία).

«Όταν έχεις αποκλείσει το αδύνατο, αυτό που μένει, όσο απίθανο κι αν είναι, πρέπει να είναι η αλήθεια.»

Σέρλοκ Χολμς Άρθουρ Κόναν Ντόιλ

Στο πλαίσιο αυτό, οι (μητρο)πόλεις -εκεί, δηλαδή, όπου η υπαρξιακή άβυσσος, οι κοινωνικές παθογένειες και οι ταξικές συγκρούσεις εμφανίζονται τεταμένες και με συνθετότερα χαρακτηριστικά- ήταν φυσικό να αποτελέσουν το προνομιακό πεδίο για τους αστυνομικούς συγγραφείς. Όπως σημειώνει ο πανεπιστημιακός και αστυνομικός συγγραφέας Πέτρος Μαρτινίδης «αυτή την ανατριχίλα, αυτό το ηδονικό σκίρτημα από τον θαυμαστό όσο και έμφοβο συγχρωτισμό του πλήθους στις μεγάλες πόλεις, τα ανέδειξε ή τα εκμεταλλεύτηκε το αστυνομικό μυθιστόρημα» (Κάποιες οφειλές του αστυνομικού μυθιστορήματος στον Σοφοκλή, www.elsal.gr, 13 Μαΐου 2014).

Δεν είναι δυνατόν, επομένως, να υπάρξει σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα λογοτεχνικών αξιώσεων χωρίς τη στιβαρή παρουσία του αστικού περιβάλλοντος, όπως αντίστοιχα δεν μπορεί να νοηθεί άστυ χωρίς τις μεγάλες αφηγήσεις που το συνοδεύουν. Μάλιστα, πολλοί υποστηρίζουν πως ο προσφορότερος τρόπος για να γνωρίσει κάποιος τη βαθύτερη ουσία μιας πόλης, είναι η προσφυγή στη λογοτεχνία και ειδικότερα την αστυνομική. Έχουμε έτσι π.χ. το Σαν Φρανσίσκο του Ντάσιελ Χάμετ, το Λος Άντζελες του Ρέιμοντ Τσάντλερ αλλά και του Τζέιμς Έλροϊ, το Παρίσι του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ και του Φρεντερίκ Φαζαρντί, τη Βαρκελώνη του Μανουέλ Βάθκεθ  Μονταλμπάν, την Μασσαλία του Ζαν-Κλοντ Ιζζό, την Πόλη του Μεξικού του Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ, τη Στοκχόλμη του Χένινγκ Μανκέλ, το Εδιμβούργο του Ίαν Ράνκιν.

Η Αθήνα, το μόνο γνήσιο μητροπολιτικό συγκρότημα στην Ελλάδα, δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα αυτόν. Ας μην γελιόμαστε: ήδη από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, η ελληνική πρωτεύουσα αναπτύσσεται αχαλίνωτα, διαμορφώνοντας σταδιακά απολύτως αναγνωρίσιμα noir χαρακτηριστικά -κοντολογίς, μια ευδιάκριτη «πίσω αυλή» («back yard»). Για πολλά χρόνια, σχεδόν κανείς δεν θέλησε (ή δεν του επιτράπηκε) να κοιτάξει προς αυτή την «αυλή». Απεναντίας, η αστυνομική λογοτεχνία -ασφαλώς, εντός του «πλαισίου» που της επέβαλλε το κοινωνικό και πολιτικό διακύβευμα κάθε περιόδου- το τόλμησε περίπου προγραμματικά. Άλλοτε με ηθικολογία και προσχηματικότητα κι άλλοτε με απαράμιλλη διεισδυτικότητα.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

 

Η «ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ» της Ελληνικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας

Η εγγεγραμμένη ιστορία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας ξεκινά το 1953 όταν ο (δημοσιογράφος) Γιάννης Μαρής (Τσιριμώκος) -ο πατριάρχης του είδους στα καθ’ ημάς- δημοσίευσε το κλασικό, πλέον, μυθιστόρημα Έγκλημα στο Κολωνάκι. Ωστόσο, ο Μαρής και οι σύγχρονοί του δεν έγραψαν «εν κενώ». Ήδη από τον μεσοπόλεμο είχε διαμορφωθεί ένα ΦΑΝατικό κοινό που διάβαζε αστυνομικές ιστορίες σε περιοδικά της εποχής (Μάσκα, Μυστήριο κ.ά., που συνέχισαν την κυκλοφορία τους και μεταπολεμικά), αλλά και «πρώιμα» μυθιστορήματα του είδους, όπως π.χ. το Μυστικό της ζωής του Πέτρου Βερίνη της Ελ. Βλάχου (1938), το Έγκλημα του Ψυχικού του Π. Νιρβάνα (1928) και το Ο Σέρλοκ Χολμς σώζων τον κον Βενιζέλον (αγνώστου, 1913).

Κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, στην Αθήνα ήταν ακόμα χαίνουσες οι πληγές που είχε ανοίξει η «ανατριχιαστική» δεκαετία του ’40. Ο εμφύλιος πόλεμος, αν και είχε λήξει στα πεδία των μαχών, είχε αφήσει ορατά σημάδια στη ζωή της πόλης με τους πολιτικούς διαχωρισμούς να την διαιρούν νοητά στα δύο. Οι αιματηρές συγκρούσεις, οι πολιτικές διώξεις και η οικονομική υπανάπτυξη στην ενδοχώρα είχαν «σπρώξει» μεγάλους αγροτικούς πληθυσμούς προς τα αστικά κέντρα (για να «ενσωματωθούν» ως εργατικό δυναμικό ή μικροαστικά στρώματα), και ιδιαίτερα την Αθήνα. Η πόλη έδειχνε να παλινδρομεί ανάμεσα στον βαλκανικό εαυτό της -με τις υποβαθμισμένες συνοικίες και την έλλειψη ακόμα και στοιχειωδών υποδομών σε μεγάλα τμήματά της- και στην επιθυμία της να ντυθεί στα χρώματα της Δύσης, με τη διαρκή επέκτασή της, την ανέγερση «συγχρόνων πολυκατοικιών» που στέγαζαν κυρίως το μικροαστικό όνειρο της κοινωνικής ανόδου, τις μεγάλες και φωτολουσμένες κεντρικές λεωφόρους, τα κοσμικά κέντρα (πέριξ της πλατείας Συντάγματος, στο Κολωνάκι, αργότερα στην Κυψέλη κ.α.), τις πολυτελείς βίλες στα βόρεια και νότια προάστια.

Και το εγκληματικό φαινόμενο; Αυτό σχεδόν εξαντλούταν σε εγκλήματα πάθους ή τιμής ή στη δράση συμμοριών μικροκακοποιών. Δηλαδή, συγκροτούσε ένα «αθώο» κακέκτυπο του «σκληρού» εγκλήματος στις «διεφθαρμένες» δυτικές κοινωνίες…

«Οι εγκληματίες είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντες, γιατί τουλάχιστον για ένα διάστημα είναι ενεργητικοί, έχουν ελεύθερο πνεύμα και δεν υποκύπτουν σε κανέναν.»
Πατρίσια Χάισμιθ

Η «Φωτεινή» Αθήνα του Μαρή

Ο Μαρής τοποθέτησε τη βασική δράση στο πρώτο του μυθιστόρημα (που χαρακτήριζε ως «αθηναϊκό αστυνομικό μυθιστόρημα») στην «φωτεινή» Αθήνα: το έγκλημα έχει διαπραχθεί σε διαμέρισμα της πολυκατοικίας επί της οδού Σκουφά 10Ε, στο Κολωνάκι.

Γράφει ο Μαρής: «Στου Γιαννάκη, στου Ορφανίδη, του Ζώναρ’ς το αποκλειστικό θέμα των συζητήσεων ήταν το άγριο ερωτικό δράμα της οδού Σκουφά». Και παρακάτω: «Σιγά σιγά, στο Κολωνάκι, στη Μ. Βρετάνια, το μεσημεριάτικο ούζο του Ορφανίδη, έπαψαν να μιλούν γι’ αυτή την υπόθεση». Ωστόσο, έστω και διστακτικά, η κοφτερή ματιά του Μαρή «έπιασε» και την αντίθετη πλευρά της πόλης: «Ο ανθρωπάκος προχώρησε προς την Γ’ Σεπτεμβρίου. […] Έφτασε στη στάση των λεωφορείων Αχαρνών. Ανέβηκε. […] Το λεωφορείο ξεκίνησε. […] Έφτασε στο τέρμα. Ο ανθρωπάκος κατέβηκε. […] Πέρα από τέρμα ένα ύποπτο καφενεδάκι άπλωνε τα τραπέζια του κάτω από τα δέντρα. […] Πιο πέρα δεν ήταν παρά κήποι».

Το Κολωνάκι και το ευρύτερο κέντρο της Αθήνας αποτελούσε τη βασική σκηνογραφία του Μαρή, όπως παρατηρεί ο Ανδρέας Αποστολίδης στη μελέτη του Ο κόσμος του Γιάννη Μαρή. Έγραφε ενδεικτικά ο Μαρής: «Ανέβηκε προς την πλατεία Κολωνακίου. Το Βυζάντιο είχε απλώσει τα τραπέζια του στα δύο πεζοδρόμια. Μέσα από τα φωτισμένα τζάμια φαίνονταν οι πιστοί παλιοί πελάτες του, που έπαιζαν το τάβλι τους» (Έγκλημα το Κολωνάκι, 1953). Και λίγα χρόνια αργότερα: «Το Βυζάντιο, η Λυκόβρυση, το Ελληνικό είχαν απλώσει τα τραπέζια τους και τις χρωματιστές ομπρέλες τους. Κοπέλες με κοντές φούστες και νεαροί με μακριά μαλλιά είχαν πιάσει κιόλας τις θέσεις τους» (Υπόθεση Εκβιασμού, 1966). Επίσης: «Στο πεζοδρόμιο της οδού Πανεπιστημίου τα κέντρα του Ζωναρά και του Φλόκα είχαν απλώσει τα τραπέζια τους. Το πεζοδρόμιο έμοιαζε σαν παρτέρι με λουλούδια, έτσι όπως τα στόλιζε το πολύχρωμο πλήθος των κομψών γυναικών που έπαιρναν το ορεκτικό τους» (Χωρίς ταυτότητα, 1956) ή «Η πλατεία Ομόνοιας γυάλιζε κάτω από τα πολύχρωμα φώτα των διαφημίσεων» (Ο δολοφόνος φορούσε σμόκιν, 1956) ή «Ήταν Οκτώβρης, αλλά στην οδό Πατησίων έπαιζαν ακόμη οι θερινοί κινηματογράφοι […] και τις νύχτες, στα “Νερά” της οδού Φωκίωνος Νέγρη, το “Σελέκτ” άπλωνε στα πεζοδρόμια τα τραπέζια του» (Αύριο και για πάντα, 1958) ή «Το σπίτι του ήταν μια μονοκατοικία κάτω από την Ακρόπολη […]. Ο Χατζιδάκης, τα μπουζούκια και τα “Παιδιά του Πειραιά” είχαν κάνει σούπερ μοντέρνο το λαϊκό χρώμα» (Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα, 1961) ή «Κάθομαι στο ευρύχωρο σαλόνι του ξενοδοχείου “Χίλτον” […]. Στο μεγάλο κρυστάλλινο παράθυρο κοντράρεται μια Ακρόπολη τουριστικής καρτ ποστάλ. […] Ανεβαίνω στο δωμάτιό μου. Στέκομαι στο παράθυρο. Η Αθήνα απλώνεται στα πόδια μου. Η Ακρόπολη μοιάζει σαν ένα παιχνίδι από φίλντισι που πλέει σ έναν ουρανό μενεξεδί» (Επιχείρηση Εκδίκηση, 1964).

«Ο Χάμετ παρέδωσε το έγκλημα στους ανθρώπους που έχουν λόγο να το διαπράττουν και δεν το κάνουν μόνο για να μας προμηθεύσουν κάποιο πτώμα.»
Ρέιμοντ Τσάντλερ

Δίπλα στο αθηναϊκό κέντρο, διακριτή θέση έχουν οι «πολυτελείς» συνοικίες και προάστια. «Η βίλα των Κορονέλλων βρισκόταν στο πιο βορινό άκρο του προαστίου (σ.σ.: Ψυχικού) και ήταν από τις μεγαλύτερες και πιο πολυτελείς» (Το κόκκινο βάζο, 1956) ή «Η λεωφόρος Συγγρού με τον καινούργιο φωτισμό […] θύμιζε ξένο φιλμ» (Ένα γράμμα στο ταξί, νουβέλα, 1961). Βέβαια, ακόμα και τα ειδυλλιακά προάστια μπορούσαν να αποδειχτούν επικίνδυνα. Μια σκηνή από το Μπούμερανγκ (1968), που εξελίσσεται στην Εκάλη: «Είχε φτάσει πια κοντά της […] όταν φάνηκε πίσω της το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο. […] Απότομα άναψαν οι δυνατοί προβολείς που τον τύφλωσαν. […] Ξεχώρισε την πόρτα που άνοιξε. Δεν ήταν σε θέση να πει αν η γυναίκα μπήκε μόνη της ή κάποιος από το εσωτερικό του αυτοκινήτου την τράβηξε. Το μεγάλο αμάξι έκανε με ταχύτητα “όπισθεν”, τα φώτα ξανάσβησαν και το σημείο […] έμεινε άδειο».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΗΣ

Κατά τη διάρκεια της ζωής του (1916-1979, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του δημοσιογράφου Γιάννη Τσιριμώκου), δημοσίευσε 55 αστυνομικά μυθιστορήματα, 16 νουβέλες και 6 διηγήματα, δημιουργώντας έναν από τους γνωστότερους χαρακτήρες στη νεοελληνική λογοτεχνία, τον αστυνόμο Γιώργη Μπέκα. Έγραψε, ακόμα, το σενάριο για 21 ταινίες και δύο τηλεοπτικές σειρές, καθώς και δύο θεατρικά έργα (σε συνεργασία με τον Δ. Κ. Ευαγγελίδη).

Οι αθέατες πλευρές της πόλης

Ωστόσο, στα έργα του ο Μαρής πρόσφερε μια «δειλή» αλλά αντιπροσωπευτική πρόσβαση και στις αθέατες πλευρές της πόλης. Ενδεικτικά: Στη νουβέλα Ιντερμέντζο (1960) παρουσιάζει την «ερεβώδη» πλευρά της Ομόνοιας: «Ως χθες ήταν ένα “ναυάγιο”, που έτρεμε από το κρύο στην χειμωνιάτικη Ομόνοια, […] που ο μόνος του “κύκλος” ήταν οι θυρωροί των λαϊκών καμπαρέ, οι αλήτες που ζεσταίνονταν στις “σχάρες” […], οι φτωχές πόρνες που έμεναν στο ξενοδοχείο “Η ωραία Κάρπαθος” […]». Στο Κόκκινο βάζο, η δράση οδηγείται «μετά τον Άγιο Νικόλαο στα στενά εκείνα δρομάκια με τα μικρά σπίτια του ενός ή δύο δωματίων. Πίσω από το εργοστάσιο των τσιγάρων η γυναίκα σταμάτησε. Έμενε σε ένα χαμηλό σαράβαλο με πράσινη πόρτα». Στο μυθιστόρημα Μια γυναίκα από το παρελθόν (1963) γίνεται αναφορά στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα: «Η γειτονιά είχε αλλάξει από “τότε”, γύρω από την παλιά εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα, είχε κτιστεί η καινούργια μεγάλη, τα νοικοκυρίστικα αθηναϊκά σπίτια είχαν δώσει τη θέση τους σε μονότονες και άχαρες πολυκατοικίες». Στο Αυστηρώς προσωπικόν (1965), ο Μάρης περιγράφει μια «τυπική» λαϊκή αυλή της εποχής: «Ο μικρός, πλαστικός ανεμιστήρας ήταν το μόνο καινούργιο και εμφανίσιμο αντικείμενο μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο της λαϊκής αυλής, που μύριζε στέρηση και φτώχια με καθετί. […] Η γυναίκα […] ήταν σκυμμένη στη σκάφη, έξω από την πόρτα του δωματίου, που αποτελούσε όλο το σπίτι τους […]». Και μια «νυκτερινή» σκηνή: «[Το Φλατ Κλαμπ] Ήταν ένα κεντράκι στο τέρμα Πατησίων, που είχε πάρει αυτόν τον τίτλο για λόγους φορολογικούς. Νεαροί και κοριτσόπουλα χόρευαν εκεί μετά πάθους ροκ εντ ρολ. […] Τίποτα δεν θύμιζε θαμώνες νυχτερινού κέντρου» (Ο δολοφόνος φορούσε σμόκιν).
Για τον Μαρή, επομένως, η Αθήνα ήταν μια πόλη σε διαρκή μετεξέλιξη, που ο συγγραφέας αποτύπωσε καίρια αλλά και με υπόγεια «αμηχανία». Ένας διάλογος από το μυθιστόρημα Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα είναι ενδεικτικός: «-Πώς ξαναβρήκες της Αθήνα; Όπως την άφησες; -Πολύ διαφορετική».

Οι σύγχρονοι του Μαρή

Έναν χρόνο πριν από το Έγκλημα στο Κολωνάκι, ο δημοσιογράφος Χρήστος Χαιρόπουλος είχε δημοσιεύσει Τα καλλιστεία του θανάτου, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα «εμπνευσμένο από την πρόσφατη επικαιρότητα των καλλιστείων», που αποτελούσε μια απόπειρα εισαγωγής του διεθνούς κοσμοπολιτισμού στην πενιχρή αθηναϊκή πραγματικότητα. Οι πρώτες, κιόλας, γραμμές του μυθιστορήματος είναι χαρακτηριστικές: «Η βραδιά ήτανε γεμάτη πυρετικό ενδιαφέρον. Από την πρώτη στιγμή που εμφανιστήκανε οι δέκα τελικές υποψήφιες του μεγάλου διαγωνισμού της ομορφιάς για την ανάδειξη της “μις Ελλάδος” στη μεγάλη χρυσή γέφυρα, όλος ο κόσμος που ’χε συγκεντρωθεί στις τεράστιες αίθουσες του αθηναϊκού “Παλλάς” φανατίστηκε κι άρχισε να χειροκροτεί τις υποψήφιες της προτιμήσεώς του».

«Τα αστυνομικά μυθιστορήματα είναι η μοναδική ευκαιρία μέσω της οποίας γίνομαι υβριστικός έναντι της λογοτεχνίας. Ας επιστρέψουμε σ’ αυτά!»
Μπέρτολτ Μπρεχτ

Παράλληλα με τον Μαρή, στις δύο αυτές δεκαετίες έκαναν την εμφάνισή τους και άλλοι σημαντικοί συγγραφείς του είδους, με κυριότερους τους Νίκο Μαράκη, Ανδρόνικο Μαρκάκη, Αθηνά Κακούρη (η πρώτη ελληνίδα συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας) και Νίκο Φώσκολο. Όπως επισημαίνει ο Φίλιππος Φιλίππου στην ήδη εμβληματική Ιστορία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, οι Μαρής, Μαράκης και Μαρκάκης «χρησιμοποιούσαν ως αρνητικούς ήρωες, εκτός από συνεργάτες των κατακτητών και προδοτών (σ.σ.: στην Κατοχή), μέλη συμμοριών που δραστηριοποιούνταν στο λαθρεμπόριο συναλλάγματος και χρυσού […], στην παραχάραξη χαρτονομισμάτων […], στην αναζήτηση κρυμμένων θησαυρών […], στη σωματεμπορία και στα ναρκωτικά». Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τον Πράσινο Πιγκουίνο (δεκαετία ’50) του Μαράκη: «Εις το “Χλωμό Φεγγάρι” […] μέσα στην ανύποπτη πελατεία του, κυκλοφορούν […] μερικοί τύποι, που κάνουν λογής-λογής εμπόρια. Από ναρκωτικά μέχρι κορίτσια. Σε τούτο το μαγαζί έχει τους περισσότερους πόντους ο Μπαρντέκος. […] Κερδίζει και καμουφλάρει ταυτόχρονα την πραγματική του δουλειά. […] Το “Χλωμό Φεγγάρι” βρίσκεται σε κάποιο στενοσόκακο της Πλάκας».

Από την πλευρά του, ο Φώσκολος θέλησε επίσης να παρουσιάσει τον «σκοτεινό» κόσμο της Αθήνας, αλλά προτάσσοντας μια σκεβρωμένη ηθικολογία. Στις Αστυνομικές ιστορίες (δημοφιλές ραδιοφωνικό πρόγραμμα της εποχής, κυκλοφόρησαν σε μορφή βιβλίου το 1965), κάνει αναφορές στο πρόβλημα των ναρκωτικών: «Στο ταβερνείο εκείνο της Ομόνοιας, μπορούσες να συναντήσεις κάθε καρυδιάς καρύδι. Τύποι του υποκόσμου είχαν εκεί το στέκι τους. […] Τα πρόσωπα συνήθως είναι τα ίδια. Όταν ένας καινούργιος παρουσιαστεί, οι άλλοι προσπαθούν να τον καταλάβουν από την κοψιά του. Τις περισσότερες φορές ο καινούργιος είναι “πελάτης”, τον οποίο στέλνει κάποιος που ξέρει». Σε άλλη ιστορία, αναφέρεται στους υποβαθμισμένους λαϊκούς συνοικισμούς: «Μια παλιόπορτα ξύλινη, φαγωμένη από το χρόνο. Πίσω της ένα σπίτι, από εκείνα τα σπίτια των συνοικισμών, τα φτωχικά, τα άθλια, τα ανυπόφορα. Ο δρόμος, σκονισμένος. Σε μια άκρη, ένας μεγάλος τενεκές όπου έριχνε τα σκουπίδια όλη η γειτονιά. Μύριζε άσχημα».

Η… αισιόδοξη Αθήνα

Εντούτοις, και από τους συγγραφείς αυτούς δεν λείπουν οι αναφορές στις «λαμπερές» πλευρές της Αθήνας. Στο Ένα πτώμα στο Ψυχικό (τέλη δεκαετίας ’50), ο Μαρκάκης σημειώνει: «[…] Είχε αγοράσει πριν από εφτά χρόνια τούτη τη βίλα στο Ψυχικό. […] Της έφτανε που αυτό το σπίτι ήταν ό,τι μπορούσε να απαιτήσει απ’ τη σύγχρονη αρχιτεκτονική και απ’ τις κατακτήσεις στον ανταγωνισμό των ανέσεων. Της έφτανε που τα σαλόνια κι ο απέραντος κήπος της επέτρεπαν να δίνει ονειρώδεις δεξιώσεις. Της έφτανε που, για να βρεις αυτή τη βίλα, δε χρειαζόταν να ξέρεις οδό και αριθμό, όπως δεν χρειάζεται να ξέρεις […] για να βρεις τ’ ανάκτορα». Και παρακάτω: «Την περίμενε στο “Μπραζίλιαν” της οδού Βουκουρεστίου. Εκείνη έκανε στροφή από το “GB” στου “Ζαχαράτου”, διακλαδίστηκε προς τη Βουκουρεστίου και κορνάρισε […]». Η Κακούρη κινήθηκε «ανάλαφρα» αλλά εμπνευσμένα στα βήματα των ιστοριών της Άγκαθα Κρίστι, του Σαρλ Εσμπραγιά και του Ρεξ Στάουτ. Τα θέματά της αντλούνται συχνά από τις μικρές ειδήσεις, η δράση εξελίσσεται κατά κανόνα στις αθηναϊκές συνοικίες, ενώ η πλοκή καλεί τον αναγνώστη να συμμετάσχει σ’ ένα διασκεδαστικό αστυνομικό παιχνίδι. Και σε αυτή την περίπτωση, αναδύεται η αισιόδοξη εκδοχή της πόλης: «Το θέαμα μιας λαμπρά φωτισμένης Αθήνας απλωνόταν τριγύρω. Μπορούσε κανείς να διακρίνει το Σύνταγμα απ’ τις πολλές φωτεινές ρεκλάμες που αναβόσβηναν. Στο Λυκαβηττό πελώρια γράμματα διαφήμιζαν της Εβδομάδα της Αθήνας. […] Προς τη θάλασσα, η λεωφόρος Συγγρού έμοιαζε μ’ ένα κύμα από φώτα άσπρα και κόκκινα που έτρεχαν συνεχώς» Τα 218 ονόματα, (1963).

Χάισμιθ και Κερ

Το 1964, η σπουδαία αμερικανίδα συγγραφέας Πατρίσια Χάισμιθ (Patricia Highsmith, 1921-1995) κυκλοφόρησε το αστυνομικό μυθιστόρημα Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου, μέρος του οποίου εκτυλίσσεται στην Αθήνα. Πολλά χρόνια αργότερα (2018), ο Βρετανός αστυνομικός συγγραφέας Φίλιπ Κερ (Philip Kerr, 1956-2018) τοποθέτησε τη δράση του τελευταίου μυθιστορήματός του Φοβού του Δαναούς (Κέδρος) στην Αθήνα του 1957.

Οι πρώτοι serial killers στην Ελλάδα

Την άνοιξη του 1969 οι Γερμανοί Χέρμαν Ντουφτ και Χανς Μπασενάουερ ήρθαν στην Ελλάδα και σε διάστημα 40 ημερών διέπραξαν έξι δολοφονίες και πέντε ληστείες. Καθώς ήταν οι πρώτοι serial killers επί ελληνικού εδάφους, η υπόθεση αυτή, που θεωρείται «σταθμός» στα εγχώρια εγκληματολογικά χρονικά, μετέβαλε βίαια τη σχέση της ελληνικής κοινωνίας με το εγκληματικό φαινόμενο. Το 2008 ο γράφων κυκλοφόρησε το αστυνομικό μυθιστόρημα Μυρίζει αίμα (Ίνδικτος) που είναι βασισμένο σε αυτή.

Η «άνυδρη» περίοδος

Με τον θάνατο του Γιάννη Μαρή, το 1979, έκλεισε οριστικά η πρώτη περίοδος της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο εμβληματικός συγγραφέας, όπως και οι σύγχρονοί του «περιγράφει και σχολιάζει την κοινωνία του καιρού του», έχοντας «πλάσει ζωντανούς ανθρώπινους χαρακτήρες, ως αποτέλεσμα της προσεκτικής παρατήρησης των προσώπων που συνάντησε κατά την άσκηση του δημοσιογραφικού του επαγγέλματος» (Φίλιππος Φιλίππου, ό.π.). Όμως ο θάνατός του Μαρή σηματοδότησε συμβολικά και το πέρασμα του είδους στην πιο «άνυδρη» περίοδό του, που διήρκεσε για σχεδόν δύο δεκαετίες.

Η δεκαετία του ’70 ήταν πυκνή από γεγονότα: Νομική (Φεβρουάριος 1973), Κίνημα του Ναυτικού (Μάιος 1973), Πολυτεχνείο (Νοέμβριος 1973), πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο (Ιούλιος 1974), Μεταπολίτευση, νομιμοποίηση του ΚΚΕ, απόπειρα εμπέδωσης των θεσμών της αστικής δημοκρατίας. Η δεκαετία του ’80 ξεκίνησε με την καθηλωτική εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, τον Οκτώβριο του 1981, και τελείωσε με το θηριώδες σκάνδαλο (από τα μεγαλύτερα στην έως τότε ιστορία του νεοελληνικού κράτους) της «υπόθεσης Κοσκωτά» (το «βρώμικο 1989»). Είχε μεσολαβήσει η αποθέωση του μικροαστικού ονείρου για απόκτηση διαμερίσματος, εξοχικού σπιτιού, αυτοκινήτου και έγχρωμης τηλεόρασης…

Η Αθήνα σε στασιμότητα

Τη δεκαετία του ’70, ο Μαρής έγραψε έξι μυθιστορήματα. Ο συγγραφέας εξακολουθούσε να παρατηρεί τις αλλαγές στην Αθήνα, την αγαπημένη του πόλη, με κάποια αμφιθυμία. Το γεγονός αυτό αποτυπωνόταν στη «ματιά» του ήρωά του, του αστυνόμου Γιώργη Μπέκα. Γράφει ο Μαρής στην Απαγωγή (1978), το τελευταίο έργο του: «Μαζί με την τηλεόραση, τη μουσική που δεν καταλάβαινε, τα πλουσιόπαιδα που ντύνονταν σαν αλήτες και τις κοπέλες που φορούσαν ξεφτισμένα μπλουτζήν, είχε φθάσει και στην Ελλάδα ένας κόσμος που δεν ήταν ο κόσμος που ήξερε».

Ήταν η εποχή που η Αθήνα βυθιζόταν σε μια παρακμιακή στασιμότητα: η αποθέωση της «ανώνυμης» πολυκατοικίας, η αύξηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, η ένταση του κυκλοφοριακού προβλήματος (καθιερώθηκε το σύστημα «μονά-ζυγά»), η απαξίωση του ιστορικού κέντρου και η μετεγκατάσταση πολλών κατοίκων στα (αναπτυσσόμενα) προάστια είναι μερικές μόνον πτυχές αυτής της εικόνας. Σημειακές παρεμβάσεις με συμβολικό φορτίο, όπως η ανάπλαση της Πλάκας με την απομάκρυνση των νυχτερινών κέντρων και η διαμόρφωση της οδού Βουκουρεστίου ως τον πρώτο πεζόδρομο της πόλης, δεν αρκούσαν για να αλλάξουν το γενικό πρόσημο.

«Δεν πιστεύω πως υπάρχουν ένοχοι. Ο άνθρωπος είναι τόσο άσχημα εξοπλισμένος για τη ζωή, που το να υποθέσει κανείς πως είναι ένοχος, σημαίνει σχεδόν πως δημιουργεί τον υπεράνθρωπο.»
Ζορζ Σιμενόν

Την ίδια στιγμή, και η εγχώρια αστυνομική λογοτεχνία περνούσε φάση στασιμότητας, αν όχι καταποντισμού. Σαν συμπιεσμένο -από δεκαετίες- ελατήριο, η πολιτική λογοτεχνία, το δοκίμιο και η σύγχρονη πολιτική ιστορία μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον συγγραφέων και αναγνωστών, ενώ η αστυνομία και οι αστυνομικοί είχαν ταυτιστεί με τον αυταρχισμό, τη βαρβαρότητα και την «εθνικοφροσύνη» της δικτατορίας. Άρα, ποιος Έλληνας συγγραφέας θα ήταν διατεθειμένος να γράψει «αστυνομικό» και ποιος εκδότης να το εκδώσει; Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τις δύο αυτές δεκαετίες κυκλοφόρησαν μόλις 45 ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα.

Εκείνη την περίοδο, το έγκλημα άρχισε σταδιακά να μετατοπίζεται προς «σκληρότερες» μορφές. Τη δεκαετία του ’70 έκανε την εμφάνιση της η εγχώρια τρομοκρατία (π.χ. «17 Νοέμβρη») και σημειώθηκαν πολλά εγκλήματα «σχιζοφρενικού παραληρήματος», ενώ το ’80 είχαμε την (επαν)εμφάνιση των «δράκων» (Κυρ. Παπαχρόνης, Σπ. Μπέσκος κ.ά.) και τη δράση της «Εταιρείας Δολοφόνων» που δολοφονούσε ηλικιωμένους και τους κληρονομούσε παραχαράσσοντας τις διαθήκες τους.

Ρύπανση, ναρκωτικά
και… Αμερικανοί

Το 1981 η Τιτίνα Δανέλλη σε συνεργασία με τον Μάνο Κοντολέοντα έγραψαν το Ένα και ένα κάνουν όσα θες (Καστανιώτης), το πρώτο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα που εκδόθηκε μετά το θάνατο του Μαρή. Η Δανέλλη δημοσίευσε αργότερα και άλλα αστυνομικά μυθιστορήματα και έγινε έτσι η δεύτερη Ελληνίδα συγγραφέας που ασχολήθηκε συστηματικά με το είδος. Στις αρχικές, κιόλας, σελίδες του μυθιστορήματος σχολιάζεται η θέση του ελληνικού «αστυνομικού» εκείνη την εποχή. Ο διάλογος ενός εκδότη και ενός συγγραφέα είναι αποκαλυπτικός: «-Ο κόσμος κουράστηκε με την ψευτοκουλτούρα […]. Βαρέθηκε τα αντιστασιακά […]. Άσε πια εκείνα της κατοχής ή του εμφυλίου. Θέλει κάτι ελαφρό, χιουμοριστικό. Ευχάριστο. […] Πειράζει να γίνεις δολοφόνος στο χαρτί; Γιατί να εισάγουμε αστυνομικά; -Μα στην Ελλάδα, οι φόνοι είναι για θέματα τιμής, για ένα μέτρο χωράφι ή για τρεις κατσίκες».

Παρόλα αυτά, η ευρύτερη πολιτικοποίηση της περιόδου δεν άφησε ανεπηρέαστη την «αναιμική» αστυνομική λογοτεχνία. Οι, λιγοστοί τότε, συγγραφείς του είδους είχαν αρχίσει να ρίχνουν τολμηρότερες ματιές στην πόλη και κυρίως στην ελληνική κοινωνία. Ανάμεσά τους, ο Παναγιώτης Παναγιώτου (Περιπέτειες του Γιώργου Αρατζαφέρη, Οδυσσέας 1987), ο Στέλιος Κούλογλου (Έγκλημα στο Προεδρικό Μέγαρο, Λιβάνης 1988) και η Νένη Ευθυμιάδη, που αναφέρονταν ευθέως σε πρόσωπα της τότε δημόσιας και πολιτικής ζωής και την τρομοκρατία.

«Το αστυνομικό μυθιστόρημα διασώζει την τάξη σε μία εποχή αταξίας.»
Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Το 1982 ο Φώντας Λάδης δημοσίευσε σε περιοδικό σειρά αστυνομικών διηγημάτων, που πέντε χρόνια αργότερα περιλήφθηκαν σε ενιαίο τόμο με τίτλο Άνθρωποι και κούκλες (Εξάντας 1987). Στα διηγήματα αυτά, ο Λάδης περιέγραψε με καθαρό βλέμμα και διαβρωτικό ύφος «σκοτεινές» όψεις της νεοελληνικής πραγματικότητας αλλά και της ίδιας της πόλης. Τα λαϊκά στέκια: «Το μπαρ λεγόταν Ουράνιο τόξο […]. Κάτι μεταξύ ουζερί, καφετέριας και νάιτ μπαρ. Πέντε έπαιζαν χαρτιά. Ένας-δύο ηλεκτρονικά. Άλλοι συμπλήρωναν προ-πο και άλλοι, στα τραπεζάκια, κουβέντιαζαν ή φλέρταραν. Φώτα χαμηλά, μουσική το ίδιο». Το εμπόριο ναρκωτικών: «[…] Όλη η δουλειά έμοιαζε να γίνεται μεταξύ Ομόνοιας και Πειραιά. […] Όταν σε λίγες μέρες η ιστορία με την ηρωίνη θα έβγαινε στη φόρα, οι εφημερίδες θα έγραφαν: “Ο λευκός θάνατος έτρεχε πάνω κάτω στις γραμμές του ηλεκτρικού τρένου”». Τις οργανώσεις χούλιγκαν: «Νεαροί με στρατιωτικά μπουφάν, κολλητά μαύρα παντελόνια και ψηλές μπότες, άλλοι, διαφόρων ηλικιών, ντυμένοι σοβαρά. Δέκα ρεπούμπλικες και είκοσι ζευγάρια σκούρα γυαλιά. […]. Μιλούσε ο Πετρουλάκος. “Δεν μας ενδιαφέρει ποια ομάδα υποστηρίζει κάθε μέλος μας. Αρκεί να την υποστηρίζει με φανατισμό. […] Ο φανατισμός είναι μέσον και σκοπός. Και η πολιτική. Για μας […] είναι άθλημα, φανατισμός. Γι’ αυτό και το ποδόσφαιρο, για μας, είναι πολιτική”».
Ωστόσο, η εμφατικότερη ίσως περιγραφή της πόλης στη δεκαετία του ’80 δίνεται στο μυθιστόρημα του Φίλιππου Φιλίππου Το χαμόγελο της Τζοκόντας (Λιβάνης 1988). Ο Φιλίππου κοιτάζει την πόλη ολιστικά και την ανατέμνει σε βάθος.

Γράφει για κεντρικά σημεία της: «Τα τραπέζια κι οι καρέκλες της καφετέριας στην πλατεία Κλαυθμώνος βρίσκονταν σ’ ένα διάδρομο που έβγαζε στην Παπαρρηγοπούλου. Ο ίσκιος των δέντρων […] έπεφτε πάνω στα τραπέζια. Επρόκειτο για μια μικροσκοπική όαση στο κέντρο της τσιμεντούπολης που την έπνιγε το καυσαέριο» ή «Συνεχής και αδιάλειπτη η ροή των τροχοφόρων στην Πατησίων. Κι ο θόρυβος […] εκκωφαντικός. […] Πέρασε ένα λεωφορείο που άφησε πίσω του μαύρο καπνό απ’ την εξάτμιση. Ένας ηλικιωμένος […] έβηξε. Κάτι άλλοι κάνανε σχόλια για το νέφος της πρωτεύουσας και τα καυσαέριά της» ή «Η οδός Μηθύμνης είχε πολλή κίνηση. Αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες κατέβαιναν φουλαριστά την Αχαρνών. Ακούγονταν οι ρόδες που κυλούσαν πάνω στην άσφαλτο, τα φρεναρίσματα, τα σποραδικά κορναρίσματα κι οι εξατμίσεις από τα μηχανάκια».

Γράφει για τα προάστια της πόλης: «Η πολυκατοικία όπου έμενε η κ. Καρούζου βρισκόταν δίπλα στο άλσος Συγγρού. Βλέποντας εκείνη τη θάλασσα από πεύκα ζήλεψε όλους εκείνους που είχαν την τύχη […] να ζουν εκεί και να αναπνέουν μέρα-νύχτα τόσο οξυγόνο. “Πλατεία Αμερικής και πράσινα άλογα”, σκέφτηκε» ή «Η ώρα είχε πάει οχτώ και δέκα. […] Ο Τηλέμαχος σκέφτηκε πως η ζωή στη Γλυφάδα τότε μόνο άρχιζε. […] Από κάθε γωνιά της Αττικής πήγαιναν εκεί για να πιουν το ποτό τους και τον καφέ τους […]. Και να κάνουν το “καμάκι” τους. Και να βρουν λίγη πρέζα, αν έκαναν κέφι».

Γράφει για τα επίκαιρα θέματα της εποχής: «[…] Είπε ο εκδότης με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση. “Ο κόσμος σήμερα έχει άλλα προβλήματα. Ανεργία, πληθωρισμός, ναρκωτικά, ραδιενέργεια, νέφος, AIDS. Και άλλα πολλά”. […]».
Και μια ιδιαίτερη αναφορά: «[…] Είδε την επιγραφή που ζητούσε: White boat. […] Έσπρωξε τη δίφυλλη πόρτα (σ.σ.: του μπαρ) […] και βρέθηκε σε μια μακρόστενη μισοσκότεινη αίθουσα […]. Οι περισσότεροι θαμώνες ήταν νέγροι και ξανθοί λευκοί. Προφανώς αμερικάνοι στρατιώτες από τη βάση του Ελληνικού. Οι γυναίκες ήταν λιγότερες. […] Υπέθεσε πως […] πήγαν εκεί για να ψωνιστούν». Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: ακριβώς τριάντα χρόνια πριν, ο Μαρής έγραφε στο Αύριο και για πάντα: «Το σπίτι ήταν ψηλά, στη ρίζα του Λυκαβηττού, κι έτσι μπορούσαν να δουν όλη την πόλη στα πόδια τους, να ξεχωρίσουν ακόμα και τα καράβια του έκτου αμερικανικού στόλου, που είχε αγκυροβολήσει στο Σαρωνικό». Η διαχρονική παρουσία του αμερικανικού παράγοντα στη μεταπολεμική πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας, σε noir αποχρώσεις…

Φώντας Λάδης

Ο γνωστός στιχουργός (ποιητής) και δημοσιογράφος δημοσίευσε στο φύλλο της 25ης Ιουλίου 1982 της εφημερίδας Ριζοσπάστης ένα, τολμηρό για την εποχή, άρθρο υπεράσπισης της αστυνομικής λογοτεχνίας με τίτλο «Η αστυνομική λογοτεχνία». Το κείμενο περιλήφθηκε αργότερα (ως επίμετρο) στο βιβλίο διηγημάτων του Άνθρωποι και κούκλες.

Πέτρος Μαρτινίδης

Τον 1982, ο καθηγητής αρχιτεκτονικής στο ΑΠΘ και μετέπειτα συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας κυκλοφόρησε την κλασική πλέον μελέτη Συνηγορία της παραλογοτεχνίας (εκδόσεις Πολύτυπο), ένα βιβλίο «για τις λέξεις (αφηγήματα επιστημονικής φαντασίας, κατασκοπικά ή αστυνομικά) και για τις εικόνες (κόμικς)».

Δημήτρης Χανός

Το 1987, ο δημοσιογράφος, συγγραφέας λαϊκών αναγνωσμάτων (αστυνομικών, γουέστερν κ.ά.) στο περιοδικό Μάσκα και μεταφραστής (1928-2003) άρχισε τη δημοσίευση της οκτάτομης μελέτης του Η λαϊκή λογοτεχνία (Το λαϊκό μυθιστόρημα, Περιοδικές Εκδόσεις Μάσκας), που ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του 1990. Πρόκειται για ένα σημαντικό έργο σχετικά με την ιστορία πολλών παραγνωρισμένων λογοτεχνικών ειδών στην Ελλάδα (ληστρικό, αισθηματικό, λαϊκά φυλλάδια κ.λπ.), μεταξύ των οποίων και του αστυνομικού μυθιστορήματος.

Η «αναγέννηση» της Αθήνας και της αστυνομικής λογοτεχνίας

Σε μεγάλο βαθμό, η δεκαετία του 1990 συνδυάστηκε με τη νέα «μεγάλη ιδέα» του ελληνισμού: τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, το 2004. Για πολλά χρόνια, η Αθήνα και η ευρύτερη περιοχή της Αττικής εξελίχθηκαν σε απέραντο εργοτάξιο για τον εξωραϊσμό της πόλης και την κατασκευή των ολυμπιακών ή άλλων έργων υποδομής (μετρό, αεροδρόμιο, Αττική οδός κ.ά.). Ανάπτυξη δια του τσιμέντου και της ασφάλτου… Την ίδια περίοδο, η ελληνική αστυνομική λογοτεχνία εμφάνισε νέα δυναμική, βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στις καινοφανείς κοινωνικές συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στη χώρα και ακολουθώντας τις τάσεις της παγκόσμιας εκδοτικής βιομηχανίας.

Στην αρχή της δεκαετίας του ’90, η ελληνική κοινωνία αντιμετώπισε κατά μέτωπο ένα εντελώς νέο φαινόμενο: την είσοδο χιλιάδων μεταναστών κυρίως από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η ένταση με την οποία συντελέστηκε αυτή η μετακίνηση και η αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας να την απορροφήσει ήπια, ενέτεινε τα επόμενα χρόνια πράξεις φανατισμού και ρατσισμού.
Ταυτόχρονα, ήταν η εποχή που οι Έλληνες «ζούσαν το όνειρό» τους, το οποίο κυρίως τροφοδοτούσε η άνοδος του χρηματιστηρίου και η συνακόλουθη προσδοκία για εύκολο, άκοπο και γρήγορο πλουτισμό. Η κατάρρευση των χρηματιστηριακών δεικτών στα τέλη του 1999, σόκαρε προς στιγμήν αλλά δεν οδήγησε στο οριστικό ξεθώριασμα του «ονείρου», που συνέχισε να τροφοδοτείται από τον τραπεζικό (υπερ)δανεισμό, ιδίως μετά την είσοδο της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Μια παραπλανητική κρούστα ευδαιμονίας, που διαρρήχτηκε παταγωδώς στα τέλη της δεκαετίας του 2000. Τα φαινόμενα διαφθοράς, που ξεκινούσαν από την πολιτική ή οικονομική «εξουσία» και διαχέονταν -κατ’ αναλογία- σε ευρύτερα στρώματα (και «θεσμούς») της κοινωνίας, στο πλαίσιο μιας άρρητης αλλά σχεδόν εμπεδωμένης συναλλαγής επεκτάθηκαν θεαματικά, ενώ την ίδια περίοδο εμφανίστηκε στη χώρα και το οργανωμένο έγκλημα. Ελληνικές, «διεθνείς» ή μεικτές συμμορίες άρχισαν να συγκρούονται με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση για τον έλεγχο των ζωνών προστασίας, τη διακίνηση ναρκωτικών, το λαθρεμπόριο πετρελαιοειδών ή τον παράνομο στοιχηματισμό. Αποτελούσε μια ποιοτική «αναβάθμιση» του εγκλήματος που, σε αυτή την έκταση, παρουσιαζόταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Η επανεκκίνηση της αστυνομικής λογοτεχνίας

Στο μεταξύ, με τη δύναμη της αδράνειας από την προηγούμενη δεκαετία, η ελληνική αστυνομική λογοτεχνία εξακολουθούσε τις «χαμηλές πτήσεις» έως το 1995, όταν έκαναν την εμφάνισή τους τρεις σημαντικοί σύγχρονοι συγγραφείς του είδους: ο Ανδρέας Αποστολίδης, ο Πέτρος Μάρκαρης και ο Αργύρης Παυλιώτης. Είναι οι συγγραφείς που, με τη σύμπραξη των προηγούμενων (Δανέλλη, Φιλίππου, Λάδη, Πάρι Αριστείδη, Τζίμυ Κορίνη κ.ά.), άλλαξαν άρδην τον ρου των γεγονότων και η «μηχανή» πήρε πάλι μπρος: το είδος έπαψε πλέον να θεωρείται «παραλογοτεχνικό», όλο και περισσότεροι συγγραφείς έκαναν βαθμηδόν την εμφάνισή τους -μεταξύ αυτών, ο Γ. Νίκας, οι Πέτρος Μαρτινίδης, Κρίτων Σαλπιγκτής και Απόστολος Λυκεσάς (που, όπως και ο Παυλιώτης, τοποθετούν τη δράση τους στη Θεσσαλονίκη), ο Γιώργος Λακόπουλος, ο Θοδωρής Καλλιφατίδης (τα αστυνομικά του μυθιστορήματα εξελίσσονται στην Σουηδία, όπου ζει ο συγγραφέας), η Μαρλένα Πολιτοπούλου, ο Παναγιώτης Αγαπητός, η Αθηνά Μπασιούκα, η Μάιρα Παπαθανασοπούλου, ο Θάνος Κονδύλης, ο Κώστας Καλφόπουλος, ο Φίλιππος Δρακονταειδής, ο Νεοκλής Γαλανόπουλος κ.ά.-, οι εκδότες αναθεώρησαν τη στάση τους απέναντι του και το αναγνωστικό κοινό άρχισε να δείχνει συστηματικό ενδιαφέρον γι αυτό. Η σημαντική διαφορά είναι ότι, σε αυτή τη «νέα εποχή», οι αστυνομικοί συγγραφείς χρησιμοποίησαν τη μυθοπλασία προκειμένου πρωτίστως να ακτινογραφήσουν τη χώρα -περάσαμε, δηλαδή, από την ανατομία του εγκλήματος στην ανατομία της κοινωνίας και της μητρόπολης.

«Έχω μια μεγαλοαστική θέση για το φόνο: τον αποδοκιμάζω.» Ηρακλής Πουαρό
Άγκαθα Κρίστι

Η noir πόλη

Σε αυτό το «περιβάλλον», ο Μάρκαρης στο Νυχτερινό Δελτίο (Γαβριηλίδης 1995) παρουσιάζει και τα δύο πρόσωπα της πόλης. Από τη μία: «Ο δρόμος δεν είχε πλάτος πάνω από τρία μέτρα και τα σπίτια ήταν στρωμένα στις δύο πλευρές του. Όποιος καθόταν στο ένα παράθυρο κοιτούσε στο άλλο σπίτι, μιλούσε με το άλλο, ζούσε μέσα στο άλλο, ήθελε δεν ήθελε. […] Τα περισσότερα σπίτια ήταν μονώροφα, πού και πού έβλεπες κανένα διώροφο. Στις ταράτσες, αλλού ήταν στημένες κεραίες τηλεόρασης, κι αλλού εξείχαν σίδερα του μπετόν, […] σημάδια μιας ελπίδας ότι κάποτε θα έριχναν δεύτερο όροφο. […] Το σπίτι που έμενε το ζευγάρι των Αλβανών ήταν στο τέλος του δρόμου, δίπλα σε μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη ξυλείας». Και από την άλλη: «[…] Μένει στην οδό Ασημακοπούλου, δίπλα στο Κέντρο Νεότητος της Αγίας Παρασκευής. Είναι μια απ’ αυτές τις νεόκτιστες πολυκατοικίες για δημοσιοσχεσάδες, στελέχη επιχειρήσεων, και επιστήμονες που τρώνε από προγράμματα της ΕΟΚ».

Την παραμονή του 2000, οι Αθηναίοι ανέμεναν την άφιξη της νέας χιλιετίας (βεβιασμένα κατά ένα χρόνο, όπως και ο υπόλοιπος πλανήτης), κοιτώντας εκστασιασμένοι τα πυροτεχνήματα πάνω από τον Παρθενώνα. Εκείνη την ώρα «στην πάροδο της λεωφόρου Κηφισίας, στην ακαθόριστη περιοχή δεξιά από τον ΟΤΕ στο Μαρούσι, όπου μάντρες, ακάλυπτοι, τζαμένια κτίρια, αποθήκες, γραφεία, χαμηλά νοικοκυριά, αυλές, χωματόδρομοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον για να διασταυρωθούν με δρόμους χωρίς φωτεινούς σηματοδότες και στις ώρες αιχμής δημιουργούν κυκλοφοριακό κομφούζιο […], δεν υπήρχε ψυχή· μόνο ένα φορτηγάκι Νισσάν με σβησμένα τα φώτα, ψεύτικες πινακίδες και καλυμμένη πρόχειρα μ’ έναν μουσαμά την επιγραφή του στο πλάι […]». Λίγο καιρό αργότερα, πυρπολείται το νυχτερινό κέντρο «Καλ-Καν». «Ο Μάνος Κανταράκης παρακολουθούσε αποκαρδιωμένος το “κόσμημά του” […] να καίγεται. […] Περιστοιχισμένος από τους μπράβους του, την προσωπική του ασφάλεια, τους πορτιέρηδες και παρακαδόρους, σε μια απόμερη γωνία, είπε αφρίζοντας: “[…] Ο Καλκάνης σήμερα υπέγραψε τη θανατική του καταδίκη”. […] Σ’ έναν μήνα ο Καλκάνης γαζώθηκε με Καλάσνικωφ έξω από το γκαράζ του καινούργιου σπιτιού του που νοίκιασε στον Άγιο Στέφανο για να γλιτώσει» (τα αποσπάσματα από την Λοβοτομή του Α. Αποστολίδη, Άγρα 2002).

Το 2003, ο Δημήτρης Μαμαλούκας «γκάζωσε» στον Μεγάλο θάνατο του Βοτανικού (Καστανιώτης) μετατρέποντας την πόλη σε σκηνικό γκανγκστερικού φιλμ. Στην πλατεία Ομόνοιας, ο ήρωας αναζητά τρόπο να βγάλει πλαστά χαρτιά: «Έβλεπα διάφορες σκατόφατσες, Αλβανούς, Ρουμάνους, μαυριδερούς γενικά, Ρώσους και τα συναφή απ’ την πρώην ΕΣΣΔ. Είχαν όλες τις ενδιαφέρουσες δουλειές η ιδιότητες: νταβατζήδες, ψωνιστήρια, μπράβοι, βαποράκια, πρεζάκηδες, σαλταρισμένοι, αργόσχολοι, κρυφόπουστες, ανώμαλοι, πληρωμένοι δολοφόνοι». Και παρακάτω, μια γιγαντιαία έκρηξη σπέρνει τον θάνατο στην περιοχή του Βοτανικού: «Ο εκκωφαντικός θόρυβος κάλυψε τα πάντα. […] Το τζιπ με τους βατραχανθρώπους τινάχτηκε κυριολεκτικά στον αέρα. […] Τα σώματά τους διαμελίστηκαν και τα κομμάτια τους σκορπίστηκαν σε ακτίνα δεκάδων μέτρων. […] Δεν είχε προλάβει να πει κανείς τίποτα, […] όταν κόλλησα το πιστόλι στο κεφάλι του ΟΥΚ και πυροβόλησα. […] Είδα το κρανίο του ν’ ανοίγει και να γεμίζει αίμα και μυαλά τον οδηγό».
Ο Σέργιος Γκάκας αξιοποίησε υποδειγματικά τα noir χαρακτηριστικά της Αθήνας και στις Στάχτες (Καστανιώτης 2008) «φωταγώγησε» την πόλη με τα πιο νοσηρά χρώματα. Γράφει: «Αυτό που χρωστούσε ο αρχηγός της Αστυνομίας στον Χαλκίδη ήταν η καρέκλα του. Πριν από δύο χρόνια είχε αρχίσει να τρίζει εκκωφαντικά όταν κάποιοι άσπονδοι φίλοι του, αξιωματικοί με υψηλές βλέψεις εν όψει της επερχόμενης πολιτικής αλλαγής και στενές σχέσεις με αστέρες της δημοσιογραφίας, έμαθαν για το δεσμό του με μια καλλονή από τη Μολδαβία που ’χε γνωρίσει σ’ ένα κωλάδικο ενδιαφερόντων συνταξιούχου συναδέλφου […]». Παρακάτω: «Ο Γραβάνης ήταν ο πρίγκιπας των Κάτω Πατησίων. Οι δραστηριότητές του περιλάμβαναν κατά καιρούς παράνομα στοιχήματα σ’ όποιο άθλημα έβαζε ο νους του ανθρώπου […], μικρεμπόριο καλαματιανού χόρτου πρώτης ποιότητας, στήσιμο αγώνων στις μικρές κατηγορίες, λαθραία τσιγάρα, πειρατικά σιντί, λοταρίες με ροφούς […].». Αλλού: «Η οργάνωση δρα στην ευρύτερη περιοχή. Η βάση της είναι στην Αγία Παρασκευή […] και αποτελείται κυρίως από οπαδούς του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού. Τις Κυριακές πλακώνονται μεταξύ τους στα γήπεδα, […] αλλά έχουν συνάψει ένα συμβόλαιο κοινής δράσης εναντίον των μεταναστών. Ένα από τα αγαπημένα τους σπορ είναι το κυνήγι των μικροπωλητών, Φιλιππινέζων και μαύρων, που πουλάνε σιντί». Επίσης: «[…] Ήταν κάτι ανάμεσα σε μπιραρία, καφετέρια, εστιατόριο, μπαρ, ντισκοτέκ και έκθεση τηλεοράσεων. Δεκάδες αργόσχολοι, αραγμένοι σε πολυθρόνες και καναπέδες, […] πλήρωναν για έναν καφέ όσο το μισό μεροκάματο μιας καθαρίστριας, επιβεβαιώνοντας ότι η πατρίδα μας ευημερεί».

Την έξαψη νεοπλουτισμού και κατανάλωσης, που χαρακτήριζε την περίοδο αυτή, σχολίασε εύσχημα και η Χρύσα Σπυροπούλου στο Δίχως ίχνη (Κέδρος 2006): «Το Audi έτρεχε στην παραλιακή λεωφόρο. Κόντευε δέκα, και η κίνηση πύκνωνε. Μια μέρα καθημερινή, και όλοι πήγαιναν να διασκεδάσουν. Κι έπειτα σου λένε ότι οι Έλληνες δεν έχουν χρήματα!»
«Σκούρα» χρώματα, ώστε να παρουσιάσει παραστατικά τις ξέχειλες αντιθέσεις της πόλης, χρησιμοποίησε και η Ντορίνα Παπαλιού στο Γκάτερ (Κέδρος 2007),. Παρατηρεί χαρακτηριστικά: «Πλησιάσαμε χωρίς σχέδιο στα στενά κάτω από το Δημαρχείο. Λογιών αλλοδαποί, απ’ όλες τις εθνικότητες μας κοίταζαν διερευνητικά. Στις γειτονιές αυτές, μπορούσες να κάνεις το γύρο του κόσμου σε ένα τετράγωνο. […] Βγήκαμε στην Αθηνάς και καταλήξαμε στην Αδριανού […]. Μπαράκια, ταβέρνες, και χαρωποί τουρίστες έκλεβαν την παράσταση από τα υπέροχα φωτισμένα μνημεία στην αρχαία αγορά. Ένας άλλος κόσμος από αυτόν που ανάσαινε λίγα στενά πιο πέρα».

Αθηναϊκή τοπιογραφία

Με τη σαφή «πολιτικοποίηση» της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, οι αναφορές στο αστικό τοπίο υποχώρησαν. Εντούτοις, δεν εξαφανίστηκαν. Το 2005, στο αστυνομικό μυθιστόρημά Η στάση του εμβρύου (Ίνδικτος), ο γράφων περιέγραψε μια Αθήνα που έχει «την ίδια παθογένεια των πρώτων μητροπόλεων του 19ου αιώνα, και ταυτόχρονα αναδύεται φωτεινή με αρ ντεκό πολυκατοικίες και ανθρώπους με αστική παιδεία» (Καθημερινή, 24.6.2006). Έτσι: «Η χαρτοπαικτική λέσχη βρισκόταν στην οδό Φωκυλίδου, […] στο Κολωνάκι. Στεγαζόταν στον ισόγειο χώρο μιας κομψής τριώροφης πολυκατοικίας του μεσοπολέμου, […] με καμπυλωτά έρκερ και πρασινισμένους εξώστες στους ορόφους». Και αλλού: «[…] Περπάτησε μέχρι την ευρύχωρη, πεζοδρομημένη και δενδροσκεπή οδό Φωκίωνος Νέγρη […] και μπήκε σε μια εξαώροφη πολυκατοικία της δεκαετίας του ’50, με σφριγηλή πρόσοψη, ημικυκλικά μπαλκόνια στις γωνίες και είσοδο από μάρμαρο και ξύλο». Και ο αντίποδας: «Περίπου δυόμιση ώρες αργότερα, σ’ ένα σκοτεινό παγκάκι στον κήπο του Ζαππείου, μεθυσμένος ελαφρά από μερικά ποτήρια βότκας κακής ποιότητας, έσκυβε πάνω από το ανοιχτό φερμουάρ του παντελονιού ενός 19χρονου αγοριού, που ονομαζόταν Ουαλίντ, καταγόταν από την Αίγυπτο και ήταν σε στύση…»

Στο Για μια χούφτα βινύλια (Μεταίχμιο 2011, τοποθετείται στο 2005), η Χίλντα Παπαδημητρίου εισχώρησε στον κόσμο των Εξαρχείων και των κατοίκων τους, με προφανή γνώση και αγάπη: «[…] Ο Χάρης πήρε το Seat και ξεκίνησε για τα Εξάρχεια. Στη Χαριλάου Τρικούπη, λίγο πιο κάτω από τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ, βρήκε μια θέση ελεύθερη και έσπευσε να παρκάρει. Στη συνέχεια κατηφόρισε ως τη Ναυαρίνου και μπήκε σ’ ένα μεγάλο σαντουιτσάδικο, απέναντι από το Χημείο». Όμως, δεν απέφυγε την υποδόρια αλλά καυστική κριτική: «Ζείτε στο ανεξάρτητο κρατίδιο των Εξαρχείων, αλλά τα μαγαζιά σας βρίσκονται στο Κολωνάκι» σημειώνει σαρκαστικά ένας από τους ήρωες. Την ίδια στιγμή, ενσωμάτωσε στην αφήγησή της γλυκόπικρες αναφορές για την πόλη: «”Ωραία” γκρίνιαξε μέσα από τα δόντια της. “Έφυγα από το Λονδίνο για να γλιτώσω από τη βροχή, και η βροχή με ακολούθησε στην Αθήνα. Όλοι λένε ότι τέτοιο βροχερό χειμώνα είχαν χρόνια να ζήσουν”».

Τέσσερα χρόνια μετά, ο Αντώνης Γκόλτσος στο μυθιστόρημά του Η αφιέρωση (Μεταίχμιο), το οποίο εκτυλίσσεται τους τελευταίους μήνες του 2008, ενέταξε στην τοπιογραφία της πόλης το Μετς. Γράφει: «Μια γειτονιά με μονοκατοικίες, λίγη κίνηση, κάποιες κεραμοσκεπές, δύο χαμηλές πολυκατοικίες διαγώνια δεξιά, και ανάμεσά τους, μακριά αλλά ευδιάκριτα, ο τρούλος ενός κενοτάφιου του Πρώτου». Αλλού: «Είχε πιάσει το μάτι του ένα μπαρ στο 19 της Μάρκου Μουσούρου· το Odeon. Παριζιάνικες καταβολές; […] Μία μόνο μικρή παρέα και δύο ή τρεις μόνοι τους. Κλασικά, υποφωτισμός και καπνός σε ανεκτό επίπεδο για έναν καπνιστή της κλάσης του». Και ακόμα: «Ανηφόρισε προς την Υμηττού. Θα ήταν η κλασική του διαδρομή, η “περιφερειακή” του, όπως αποκαλούσε τη βόλτα των δύο χιλιομέτρων από την Παπατσώνη στη Μάρκου Μουσούρου, […] και από εκεί στην Υμηττού, γύρω από τη μάντρα του Πρώτου Νεκροταφείου και πίσω […]».

Εκδόσεις Άγρα
Το 1987, οι Εκδόσεις Άγρα δημιούργησαν μια ιδιαίτερα φροντισμένη σειρά ξένης αστυνομικής λογοτεχνίας, με υψηλή αισθητική, νέες επιμελημένες μεταφράσεις (ένας από τους βασικούς μεταφραστές της σειράς ήταν ο Α. Αποστολίδης) και πλούσιο υλικό τεκμηρίωσης (επίμετρα, εργοβιογραφικά σημειώματα κ.ά). Αναμφισβήτητα, η σειρά αυτή, που συνεχίζεται έως τις μέρες μας, συνετέλεσε καθοριστικά στην αναγέννηση του είδους στην Ελλάδα και στην ανανέωση του ενδιαφέροντος των αναγνωστών γι’ αυτό.

Συλλογικοί τόμοι
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, εκτός από τον σημαντικά αυξημένο αριθμό ελληνικών αστυνομικών μυθιστορημάτων, κυκλοφόρησαν επιπλέον έξι συλλογικοί τόμοι με αστυνομικά διηγήματα διαφορετικών Ελλήνων συγγραφέων, γεγονός πρωτόγνωρο στην έως τότε εγχώρια εκδοτική παραγωγή. Πρόκειται για τις ανθολογίες Αστυνομικές ιστορίες (Μεταίχμιο, 2003), Ελληνικά εγκλήματα (Καστανιώτης, 2007), Ελληνικά εγκλήματα 2 (Καστανιώτης, 2008), Οικοεγκλήματα (Κέδρος, 2008), Ελληνικά εγκλήματα 3 (Καστανιώτης, 2009) και Το τελευταίο ταξίδι (Μεταίχμιο, 2009).

ΕΛΣΑΛ
Το 2010 δημιουργήθηκε από 25 συγγραφείς η Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ), η πρώτη του είδους της στην Ελλάδα. Σήμερα, η ΕΛΣΑΛ αριθμεί 43 μέλη. Περισσότερες πληροφορίες για τους σκοπούς, την ιστορία και τις δραστηριότητές της στο elsal.gr.

Η κρίση και η μεγάλη έκρηξη

Η δεκαετία που διανύουμε είναι η μόνη έως σήμερα, όπου οι διαδρομές της πόλης από τη μία και της εγχώριας αστυνομικής λογοτεχνίας από την άλλη κινούνται σε αντίθετες πορείες. Η αισθητική, πνευματική και θεσμική κρίση της προηγούμενης περιόδου μετεξελίχθηκε (μοιραία) σε οικονομική, πολιτική και κοινωνική, γεγονός που είχε άμεσες επιπτώσεις στην Αθήνα: η πόλη «κατέρρευσε» σε έναν όγκο αστικών και ανθρώπινων ερειπίων. Αντίθετα -ή, ως έναν βαθμό, εξαιτίας αυτού του γεγονότος- η αστυνομική λογοτεχνία πέρασε στη φάση της έκρηξης του ενδιαφέροντος από όλους τους παράγοντες που εμπλέκονται στην παραγωγή του βιβλίου· τους συγγραφείς, τους εκδότες, τους κριτικούς, τους αναγνώστες.

«Η ιστορία των πόλεων είναι η ιστορία των ανθρωπότητας» έγραφε το 1974 ο κορυφαίος Έλληνας αρχιτέκτονας και πολεοδόμος Αριστομένης Προβελέγγιος (Το πνεύμα της πόλης). Και κατά την τρέχουσα δεκαετία η ιστορία αυτής της πόλης σημαδεύτηκε βαθιά από την περιρρέουσα κοινωνική (και με σαφείς ταξικές συμπαραδηλώσεις) κρίση, που ενέσκηψε με σφοδρότητα και βρήκε τους νεοέλληνες «απροετοίμαστους», μολονότι τα πρόδρομα σημάδια της ήταν εμφανή από καιρό. Οι αστυνομικοί συγγραφείς, έχοντας στο οπλοστάσιό τους την καλά ακονισμένη κοινωνική και πολιτική ματιά τους, δεν έχασαν την ευκαιρία να ορμήσουν στο «ψαχνό».

Τα «τοπία του ζόφου»

Βεβαίως, υπήρξαν αρκετοί συγγραφείς που χρησιμοποίησαν την κρίση ως πρόσχημα, προκειμένου να κάνουν μια εύκολη και επιδερμική κοινωνικοπολιτική κριτική, εφημεριδογραφικού χαρακτήρα. Ωστόσο, πολλοί επέλεξαν να χωθούν βαθιά στα αθηναϊκά «τοπία του ζόφου». Ανάμεσά τους, ο Βασίλης Δανέλλης, που στη (Μαύρη μπίρα Καστανιώτης, 2011) γράφει: «Μόλις πεθαίνει το τελευταίο φως της μέρας, το κέντρο αλλάζει πρόσωπο. Τα μπαρ […] υποδέχονται δεκάδες παρέες νέων ανθρώπων, που επενδύουν στο αλκοόλ για να γαμήσουν ή να ξεχάσουν το μίζερο παρόν, που έφτιαξαν γι’ αυτούς οι προηγούμενες γενιές, και το αβέβαιο μέλλον, που παίζουν στα χαρτιά τζογαδόροι πολιτικοί και το χάνουν απ’ τους μακρυχέρηδες των hedge funds». Ακόμα: «Τα Πατήσια δεν διαφέρουν πολύ από τη γειτονιά μου. Οι εφημερίδες τα παρομοιάζουν συχνά πυκνά με την Καμπούλ ή με το Φαρ Ουέστ, κάνοντας τις κλασικές αναφορές στους μετανάστες και στην ελλιπή αστυνόμευση, κατηγορώντας ταυτόχρονα όσους δεν γουστάρουν τις δυνάμεις καταστολής ως ηθικούς αυτουργούς». Και επίσης: «Η Ευριπίδου έχει πάντα κίνηση. Τα μαγαζιά κλείνουν και τα πόστα πιάνουν Αφρικανοί νταβατζήδες, που προσφέρουν την πραμάτεια τους σε τιμή ευκαιρίας. Στις γωνίες του δρόμου η μαύρη σάρκα λαμποκοπάει στο φως της νύχτας και οι ζουμπουρλούδικες πόρνες […] χαρίζουν ψεύτικα χαμόγελα σε μεθυσμένους οδηγούς».

Ο Ιερώνυμος Λύκαρης (ψευδώνυμο) στο Ρομάντζο των καθαρμάτων (Καστανιώτης 2011) αναφέρεται μεταξύ άλλων στο μοίρασμα της Αθήνας από τους νονούς της νύχτας: «Πήραν ένα χάρτη του λεκανοπεδίου και μια πυξίδα. […] Σχηματίστηκαν έτσι δεκαέξι περιοχές. Τις αρίθμησαν, έφτιαξαν ισάριθμους κλήρους, τους έριξαν στην καπνοσακούλα […] και τράβηξε ο καθένας εναλλάξ από οχτώ. Ορισμένα καλά φιλέτα […] τα έπαιξαν στα ζάρια». Όμως, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, ξεσπά πόλεμος μεταξύ τους: «Αν αποφασίσει να σκαλίσει κανείς έναν τέτοιο πόλεμο όπως πρέπει, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα βρει μπροστά του, ως ακοίμητους φρουρούς, τους τρεις μάγους να του προσφέρουν, ως αλληγορικά σύμβολα, τα δώρα της εποχής μας: Βία – Πολιτική Διαφθορά – Μαζική Σκυλοπορνοκουλτούρα».

Στην Αθήνα που «νοσταλγεί τους Δεκέμβρηδες» και όπου η πλατεία των αγανακτισμένων «γίνεται αρένα» εστιάζει ο Κυριάκος Μαργαρίτης στο ιδιότυπο noir Όταν βγαίνουν τα λιοντάρια, φίλησέ με (Ψυχογιός 2013): «Προσπέρασε νυσταγμένες πόρνες, πρεζάκια κουρνιασμένα σε στάσεις λεωφορείων, σε παγκάκια, κάτι άστεγοι ροχάλιζαν στα σκαλιά κυβερνητικών κτιρίων, υπηρεσιών, σχολών, εκκλησιών -η πόλη έμοιαζε όλη με εγκαταλειμμένο άσυλο. Γκρεμισμένα παλιόσπιτα, φθαρμένοι τοίχοι, ξεσκισμένες αφίσες, διαφημίσεις, ανακοινώσεις, μια συναυλία, ένα θέατρο, μια διαδήλωση ή πορεία ή απεργία, σαχλά συνθήματα σε καμιά δεκαριά γλώσσες, γκράφιτι, άστεγη πλανόδια φαντασία, αγωνιστικές προκηρύξεις».

«Εκδότες και αναγνώστες εξακολουθούν να αναζητούν μυθιστορήματα μυστηρίου που προσφέρουν την αναμενόμενη ικανοποίηση μιας πειστικής πλοκής, αλλά τα οποία μπορούν δικαίως να τα απολαμβάνουν και ως σοβαρά μυθιστορήματα.»
Π. Ντ. Τζέιμς

Στο Κακό Χαρτί (Καστανιώτης 2016), ο Κώστας Μουζουράκης μεταφέρει την κύρια δράση του στα Γεράνεια Όρη. Όμως, προηγουμένως έχει προλάβει να προσφέρει υποβλητικές περιγραφές της πόλης. Η σκηνή, στη γέφυρα πάνω από τις γραμμές του Ηλεκτρικού μεταξύ Θησείου και Γκαζιού, περιγράφεται από την σκοπιά ενός επαγγελματία εκτελεστή: «[…] Είναι χωμένος ανάμεσα στις ψηλές πικροδάφνες και στα γέρικα πεύκα πλάι στις ράγες, ένα με το σκοτάδι. […] Απέναντι, πέρα απ’ τις γραμμές, εκτείνεται η παλιά Κορεάτικη Αγορά. Τώρα είναι ένα ήσυχο πάρκο, έρημο από ώρα καθώς οι τελευταίοι περαστικοί ποδηλάτες χάθηκαν σαν κουκίδα στο σκοτάδι κατά το σταθμό του Θησείου. […] Οι βραχνές, υποχθόνιες συγχορδίες σε φα σβήνουν αργά, σαν να αποσύρονται ξανά σ’ έναν τόπο αθέατο, εκεί όπου γεννιέται η νύχτα. Πίσω τους αναδύονται ξανά τα μουγκρητά των εξατμίσεων και οι σποραδικές κόρνες από την Πειραιώς, το υπόκωφο, ακαθόριστο βουητό απ’ το Γκάζι. Πέρα απ’ τις ολόρθες ανενεργές υψικαμίνους που μοιάζουν ξεχασμένες σε μια παράταιρη στύση λυσσομανάει η βιομηχανία της διασκέδασης […]».

Ακόμα και το θεωρούμενο ως προνομιούχα περιοχή Κολωνάκι, δεν έμεινε αλώβητο από τη συγκυρία. Το επισημαίνει η Άννα Δάρδα-Ιορδανίδου στο Μάσκες και σερπαντίνες (Καστανιώτης 2016): «Καθώς κατηφόριζαν από το Abreuvoir, είχαν αρχίσει να μετρούν τις σκονισμένες βιτρίνες, σκεπασμένες από παλιές αφίσες. Μόνο φούρνοι, φαρμακεία και μπαρ ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια εδώ κι εκεί. Μαύρο χρήμα, έλεγε η Κλειώ, και είχε δίκιο».

Όψεις τις κρίσης

Ταυτόχρονα, οι απροσδόκητες επιδράσεις της πολύμορφης κρίσης πάνω στο ίδιο το «σώμα» της πόλης, αλλά και στους κατοίκους της, έλκυσαν ακαριαία το ενδιαφέρον των συγγραφέων του είδους, που είχαν στα χέρια τους μια καυτή «πρώτη ύλη». Το 2013, ο Μάρκος Κρητικός στην Απιστία μετά φόνου (Νεφέλη) σημειώνει για την οδό Πατησίων: «Τίποτα δεν θύμιζε τον πολυσύχναστο δρόμο παλαιότερων ετών. […] Ο κόσμος δεν κυκλοφορεί το βράδυ στους δρόμους. Η κρίση και ο φόβος τον φυλακίζει στο διαμέρισμα.

Παρατηρούσα τα μαγαζιά. Ένα στα τρία ήταν άδεια και σκοτεινά. Πώς αλλάζουν τα πράγματα! σκέφτηκα. Κάποτε αν είχες μαγαζί στην Πατησίων ήσουν πλούσιος». Και, μαζί, παρατηρεί τους σαστισμένους κατοίκους που προσπαθούν να βρουν μια διέξοδο: «Το βράδυ πήγαμε για ουζάκι στην πλατεία Καισαριανής μ’ ένα φιλικό ζευγάρι. […] Με τη συζήτηση η ώρα πέρασε γρήγορα. Κύριο θέμα, τι άλλο: η κρίση και οι εκλογές. Τα διλήμματα γνωστά. Αριστερά ή Δεξιά; Ευρώ ή δραχμή; Οι πολιτικοί όλοι αναξιόπιστοι και ανεπαρκείς, ανίκανοι να παρουσιάσουν ένα πειστικό σχέδιο για τη σωτηρία της χώρας».

Στις «μικρές» ανθρώπινες τραγωδίες στον «καιρό της κρίσης» στρέφεται εν μέρει και ο Τεύκρος Μιχαηλίδης στα Εγκλήματα Δημοσιονομικής Πολιτικής (Πόλις 2015). Χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Ζω με τη μητέρα μου στο διαμέρισμά μας στην Καλλιθέα. Η μητέρα μου ήταν καθαρίστρια σ’ ένα υπουργείο, μέχρι που απολύθηκε. Εγώ εργαζόμουν σ’ αυτή την ιδιωτική εταιρεία που πούλαγε το ρεύμα της ΔΕΗ. Κάθε μήνα πλήρωναν μικροποσά “έναντι”. Το σπίτι δεν το είχαμε ξεχρεώσει ακόμη […]. Στο τέλος, η εταιρεία που δούλευα έβαλε λουκέτο και το αφεντικό εξαφανίστηκε, αφήνοντάς μας απλήρωτους. […] Στο τέλος, το σπίτι μας κατασχέθηκε». Πάντως, δεν παραλείπει να επισημάνει και την πολιτική όψη των πραγμάτων. Η αναφορά στην Ασημακοπούλου, υψηλόβαθμο στέλεχος του ΣΔΟΕ: «Έχεις παρατηρήσει διάφορους πολιτικούς που ενώ συνηθίζουν να κάνουν τα κοκοράκια, επικρίνοντας, απειλώντας, διακηρύσσοντας, θυμούνται ξαφνικά την εθνική ενότητα και πίνουν το αμίλητο νερό; […] Πίσω από τις περισσότερες “αλλαγές πλεύσης” ήταν μέχρι τώρα κρυμμένη η Ασημακοπούλου. Με το αλλοπρόσαλλο φορολογικό μας σύστημα, ακόμα κι ένας άγιος θα μπορούσε να έχει λερωμένη τη φωλιά του. […] Όταν λοιπόν κάποιος βουλευτής γινόταν ιδιαίτερα ενοχλητικός, επενέβαινε η… “νονά”. […] Σκάλιζε από δω και από κει, και στο τέλος όλο και κάτι έβρισκε. Ο βουλευτής ενημερωνόταν διακριτικά και… κατάλαβες».

«Τη μία ζούμε, την άλλη πεθαίνουμε»
Κουρτ Βαλάντερ (Χένινγκ Μανκέλ)

Η άνοδος του ακροδεξιού (νεοναζιστικού) φαινομένου στη χώρα, πρόσφερε ακόμα ένα πεδίο προς διερεύνηση. Ο Θάνος Δραγούμης παρουσίασε τη (βίαιη) δράση των εθνικιστικών οργανώσεων σε ένα περιβάλλον γενικευμένης κατάρρευσης στη Μαύρη Αυγή (Ψυχογιός 2013). Από τις πρώτες, κιόλας, φράσεις δίνει τον τόνο: «Κατέβαινα την Πανεπιστημίου. Αθηναϊκή τριλογία στα δεξιά, στα αριστερά μου “κάντε απονεύρωση στους τραπεζίτες” με κόκκινο σπρέι στον φιλόξενο τοίχο της Αγροτικής Τράπεζας. […] Τα ντουμάνια από τις φωτιές και τα δακρυγόνα επέμεναν ακόμα […]». Κι ύστερα εφορμά στα άδυτα μιας εθνικιστικής ομάδας: «Είχαν συγκεντρωθεί στο μικρό πάρκο της Παλιάς Βουλής […]. Όταν έφτασαν οι δυνάμεις καταστολής, οι εθνικιστές τις υποδέχτηκαν με ιαχές ενθουσιασμού κι έλαβαν αμέσως θέση στις οπισθοφυλακές τους, έτοιμοι να τις συνδράμουν στη μεγάλη τους έφοδο στην πλατεία, όπου είχαν μαζευτεί τα κομμούνια και οι ανάρχες». Αλλού: «Παρκάρει το Datsun μπροστά στο “Σφαιριστήριον Λουξ” […]. Το μέρος είναι […] απόλυτα ασφαλές. Κανένας άγνωστος δεν τολμάει όχι μόνο να παρκάρει, αλλά ούτε καν να περάσει από δω. […] Στο βάθος βλέπει τρεις γνωστές μούρες […], συναγωνιστές του Χρυσού Πέλεκυ […], ξυρισμένα κεφάλια και μαύρα μπλουζάκια με χρυσά γράμματα, στα φουσκωμένα στήθη στεφάνια από φύλλα δάφνης, στις φουσκωμένες μούρες τους ο ενθουσιασμός της ιδεολογικής φανατίλας» (παρατήρηση: ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εδώ η σύγκριση με την ανάλογη αναφορά του Λάδη στο Άνθρωποι και κούκλες). Και ακόμα: «Ο Καρύπης, που έβαλε τη βόμβα στην Araco, ήταν μέλος ή φίλος τους ακροδεξιού φασιστικού Χρυσού Πέλεκυ. Και ο βουλευτής του Χρυσού Πέλεκυ Νίκος Μπεζεντάκος έκανε επερώτηση στη Βουλή προκειμένου να καταγγείλει τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη για το θέμα της Araco και να τον καλέσει να λάβει μέτρα εναντίον της αριστερής τρομοκρατίας».

Ήταν η πρώτη φορά που, στη μεγάλη φόρμα του μυθιστορήματος, η ελληνική αστυνομική λογοτεχνία παρουσίαζε εκτενώς τη δράση της παρακρατικής (αλλά και «νομιμοφανούς») ακροδεξιάς. Ωστόσο, στη μικρότερη φόρμα είχε προηγηθεί η νουβέλα Μαύρο Κρέας του γράφοντος, που περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο Ελληνικά εγκλήματα 4 (Καστανιώτης 2011).

Όμως και ο χώρος του Τύπου, που πλήγηκε καίρια κατά τη μνημονιακή περίοδο, δεν έμεινε έξω από το ενδιαφέρον του είδους. Στο μυθιστόρημα Στο πίσω κάθισμα (Ίκαρος 2016) η Ευτυχία Γιαννάκη σχολιάζει: «[…] Δεν ήταν ο γενναίος δημοσιογράφος που θα ξεκινούσε την καριέρα του με μια μεγάλη επιτυχία […]. Ήταν ένα απλό μέλος μιας συνεργατικής εφημερίδας, της πρώτης που κυκλοφόρησε μετά την οικονομική κρίση που χτύπησε τον εκδοτικό κόσμο της χώρας και βύθισε τις αμοιβές των εργαζομένων στα ΜΜΕ. Πληρωνόταν με ψίχουλα και μία στο τόσο […]. Ήταν ήδη αρκετό που ξεσηκώθηκε από το σπίτι του στο Περιστέρι και οδήγησε το μηχανάκι του μέχρι την Πλάκα μέσα στο ψοφόκρυο».

Αστυνομική λογοτεχνία: Ρεπεράζ στην ανοίκεια πόλη

Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε σθεναρά ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι το λογοτεχνικό είδος που αποθεώνει την λεπτομέρεια. Ο συγγραφέας αποδίδει την πραγματικότητα μιας κοινωνίας και ενός τόπου με απόλυτη αληθοφάνεια και έτσι γίνεται «αυτόπτης μάρτυρας» της εποχής του, προσφέροντας στον αναγνώστη, τουλάχιστον τον σύγχρονό του, την αίσθηση του οικείου. Όμως, στο «αστυνομικό», συχνά το οικείο επιστρέφει ως ξένο ή το ξένο ως οικείο. Και τότε αναδύεται το ανοίκειο (Φρόιντ), που μας γεμίζει φόβο με τα μυστικά που φέρνει στην επιφάνεια. Και κάθε πόλη έχει τα μυστικά της…

«Ο νόμος είναι η έκφραση μιας σχέσης των κοινωνικών δυνάμεων, σε μια δεδομένη ιστορική συνθήκη. […] Οι εγκληματίες έχουν λόγους να εναντιώνονται στον νόμο.»
Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ

Συγγραφείς
Κατά την τρέχουσα δεκαετία, πρωτοεμφανίστηκαν και άλλοι αστυνομικοί συγγραφείς, μεταξύ των οποίων οι (με αλφαβητική σειρά) Γρηγόρης Αζαριάδης, Δώρος Αντωνιάδης, Μιράντα Βατικιώτη, Κυριακή Γεροζήση, Λευτέρης Γιαννακουδάκης, Βαγγέλης Γιαννίσης, Λάκης Δόλγερας, Δημήτρης Καπετανάκης, Πολυχρόνης Κουτσάκης, Μάρκος Κρητικός, Κωνσταντίνα Μόσχου, Αναστασία Μπαξεβάνη, Βαγγέλης Μπέκας, Βάσω Παπαδοπούλου, Γεωργία Παπαλυμπέρη, Έρη Ρίτσου, Δημήτρης Σίμος, Αναστάσης Σιχλιμίρης, Βίκυ Χασάνδρα, Μιμή Φιλιππίδη-Θεοχάρη, Έλενα Χουσνή κ.ά.

Αριθμοί
Η θεαματική άνοδος του είδους αποτυπώνεται σε δύο χαρακτηριστικούς αριθμούς: το 1996 κυκλοφόρησαν μόλις 7 ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα, ενώ το 2016 ο αριθμός αυτός έφτασε τα 72 (το 2017 «περιορίστηκε» στα 50).

«Αστυνομικά» βραβεία
Το 2017, το μυθιστόρημα του Δ. Μαμαλούκα Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών (Κέδρος) απέσπασε το βραβείο Καλύτερου Μυθιστορήματος στα λογοτεχνικά βραβεία «Αναγνώστη», ενώ το μυθιστόρημα της Ευτ. Γιαννάκη Στο πίσω κάθισμα (Ίκαρος) αναδείχθηκε ως το Καλύτερο Ελληνικό Μυθιστόρημα στα βραβεία κοινού Public.

Συλλογικά έργα
Η ΕΛΣΑΛ έχει δημοσιεύσει τους συλλογικούς τόμους με διηγήματα μελών της Είσοδος Κινδύνου (Μεταίχμιο 2011), Η Επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα (Καστανιώτης 2012) και Ο τόπος πρόδωσε τον ένοχο (Τόπος 2014). Επιπλέον, έχουν κυκλοφορήσει τα συλλογικά έργα Ελληνικά εγκλήματα 4 (Καστανιώτης 2011), Κλέφτες και Αστυνόμοι (Ψυχογιός 2013), 15 σφαίρες ζητούν θύματα (Άπαρσις 2013), Ο φόβος του ξένου (Μεταίχμιο 2014), 9 εγκλήματα αναζητούν δολοφόνο (Iwrite/Πηγή 2015), Σκοτεινές υποθέσεις (Κύφαντα 2018), καθώς και ποικίλες μελέτες (βλ. «Ενδεικτική βιβλιογραφία»).

Περιοδικά
Το 2016 κυκλοφόρησε η επιθεώρηση αστυνομικής λογοτεχνίας The Crimes and Letters Magazine (CLM), την οποία το 2018 διαδέχτηκε το περιοδικό θεωρίας για την αστυνομική λογοτεχνία πολάρ.

Ενδεικτική βιβλιογραφία για την ελληνική αστυνομική λογοτεχνία

– Ανδρέα Αποστολίδη, Τα πολλά πρόσωπα του αστυνομικού μυθιστορήματος, Άγρα 2009, σσ. 277-314.
– Στράτου Μυρογιάννη, Από τις ιστορίες μυστηρίου στην αστυνομική πλοκή – Αναζητώντας την εμφάνιση ενός αινιγματικού είδους στον ελληνικό 19ο αιώνα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2012
– Ανδρέα Αποστολίδη, Ο κόσμος του Γιάννη Μαρή, Άγρα 2012.
– Συλλογικό, Αστυνομική λογοτεχνία – Επιστημονικό συμπόσιο, 30-31 Μαρτίου 2012 (επιμέλεια Ουρανία Καϊάφα), Σχολή Μωραΐτη / Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας 2015.
– Συλλογικό, Critical Times, Critical Thoughts – Contemporary Greek Writers Discuss Facts and Fiction (Editors: Natasha Lemos, Eleni Yannakakis), Cambidge Scholars Publishing 2015, σσ. 144-203.
– Συλλογικό, 18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή (επιμέλεια Κώστας Θ. Καλφόπουλος), Εκδόσεις Πατάκη 2016.
– Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, Η κίνηση του εκκρεμούς – Άτομο και κοινωνία στην ελληνική πεζογραφία: 1974-2017, Πόλις 2018, σσ. 536-603.
– Φίλιππου Φιλίππου, Ιστορία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας – Ο Γιάννης Μαρής και οι άλλοι, Εκδόσεις Πατάκη 2018.

* Ο Γιάννης Ράγκος (1966) είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Έχει δημοσιεύσει βιβλία δημοσιογραφικής έρευνας, αστυνομικά μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα, καθώς και δοκίμια για την αστυνομική λογοτεχνία. Ακόμα, έχει γράψει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικά σίριαλ, θεατρικές παραστάσεις-performances και κόμικς (graphic novels). Είναι ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ) και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «πολάρ». Τελευταία βιβλία του: το graphic novel Στα μυστικά του βάλτου (Εκδόσεις Polaris 2018) σε σενάριο δικό του και σχέδια του Παναγιώτη Πανταζή και ο συλλογικός τόμος με βαλκανικά αστυνομικά διηγήματα BalkaNoir (Καστανιώτης, 2018), που συνεπιμελήθηκε με τον Βασίλη Δανέλλη.